Κυριακή 29 Ιουνίου 2008

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Ήταν νωρίς το πρωί όταν άρχισα να ακούω το No. 1 από τα Gnossiennes του Satie. Βρισκόμουν στην γκαρσονιέρα της. Μύριζα Lux Shimmering Sea και το δωμάτιο σεξ. Εκείνη είχε πάει στο σχολείο για να διδάξει στα οκτάχρονα την τέχνη της ρουφιανιάς – δασκάλα επαρχιακού ελληνικού σχολείου γαρ. Ήξερα ότι ήταν οι τελευταίες ώρες μου σε τούτη την γκαρσονιέρα, σε τούτο το νησί, ήξερα ότι λίγο πριν φύγει, όταν την αποχαιρέτισα και μέσα σε ένα σύντομο εναγκαλισμό μύρισα το λαιμό της, ήταν η τελευταία φορά που μύριζα την Gaultier άψογα συνδυασμένη και τέλεια ισορροπημένη με την προσωπική της ευωδία. Ετοίμασα τις βαλίτσες μου, δίχως να ξεχάσω να πακετάρω πολύ προσεκτικά τις αναμνήσεις μου. Όταν βγήκα στο κρύο των Χανίων, άφησα τη φωλιά της αδειανή. Στην ανηφόρα προς το αεροδρόμιο, εκεί, κοντά στις Νύμφες και την Κουκουβάγια, άρχισα να αισθάνομαι περισσότερο απελευθερωμένος από πληγωμένος και γνώριζα πως ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπα τη θέα των Χανίων από εκείνο ακριβώς το σημείο όπου μία ημέρα πριν είχαμε μοιραστεί τη θέα μαζί και εκείνη να πίνει τη ζεστή σοκολάτα της πολύ προσεκτικά δίχως να της τσουρουφλίζει τα χείλη και τη γλώσσα η καθεαυτή σοκολάτα κάτω από τον αφρό, να πίνει τον επιφανειακό αφρό και όχι την καυτή αληθινή σοκολάτα που τσουρουφλίζει τα χείλη και τη γλώσσα και καμιά φορά το έγκαυμα μένει ανεπούλωτο, και να μου δείχνει με το δαχτυλάκι της μακριά, στους πρόποδες του λόφου, «εκεί που έχει ομίχλη τώρα», το σχολείο όπου διδάσκει, να μου έχει λείψει ο Satie μου, η ηρεμία μου, η αληθινή σοκολάτα και όχι ο αφρός, το πρωί όταν εκείνη έφυγε άρχισα να ακούω Satie, όταν έφτασα στο αεροδρόμιο, ακόμα βουτηγμένος στο ψύχος των Χανίων, στο γκρίζο του ουρανού, στο τσουρούφλισμα της σοκολάτας, στο πλήγμα των ενοχών, γνώριζα πως θα ’ταν η τελευταία φορά που βρισκόμουν σε τούτο το άσχημο αεροδρόμιο και τώρα που προσγειώνομαι και διαβάζω κάτι από Nietzsche περί επιθυμιών, το μόνο που με προβληματίζει είναι ότι το γνωρίζει κι εκείνη.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2008

ΑΠΑΡΝΗΣΗ

Μία επιρροή

Μίσησα τόσο πολύ τον εαυτό μου όταν συνειδητοποίησα πόσο άχρηστη και πέρα για πέρα ακίνδυνη ήταν η τέχνη που έκανα όσο ήμουν επηρεασμένος από τούτον τον τελειωμένο ρομαντικό της δεκάρας, Bachelard, που κόντεψα να μην κάνω ποτέ ξανά τέχνη και να μη συμφιλιωθώ ποτέ με τον εαυτό μου. Τώρα σκέφτομαι πως δε θα είχα αμφισβητήσει, απαρνηθεί και τελικά, σιχαθεί τον Bachelard και συνεπώς, την τέχνη μου που ήταν επηρεασμένη από τον Bachelard, εάν δεν είχα αγαπήσει τον Bachelard και ενθουσιαστεί με την τέχνη που έκανα όσο αγαπούσα τον Bachelard. Τώρα, δε δίνω δεκάρα για το τι λέει ο Bachelard.

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008

ΧΩΝΕΥΣΗ

Έπειτα από το διαζύγιο μεταξύ των γονέων εγκάρδιας φίλης μας, η ίδια προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Ακόμα η αδερφή μου δεν μπορεί να το χωνέψει», αναφερόμενη (εικοτολογήσαμε) σε ένα ψαρονέφρι το οποίο είχε φάει η αδερφή της εγκάρδιας φίλης μας, λίγες μέρες πριν, σε μία ταβέρνα σε ένα ορεινό χωριό ενός ελληνικού νησιού.

Σάββατο 10 Μαΐου 2008

ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Έπειτα από τεστ πατρότητας που διεξήχθη σε δίδυμες αδερφές, αποδείχθηκε πως αληθινή κόρη του υποψήφιου πατέρα ήταν μονάχα μία από τις δύο θυγατέρες, γεγονός το οποίο μας μπέρδεψε αρκετά, διότι η ομοιότητα μεταξύ των δύο θυγατέρων ήταν παραπάνω από εκπληκτική (εάν εξαιρέσουμε κάποια παραπανίσια κιλά και μια ελιά στο πάνω χείλος), όπως επίσης ηλίου φαεινότερη ήταν και η ομοιότητα ανάμεσα στη δίδυμη αδερφή που δεν ήταν, τελικά, θυγατέρα του πατέρα της δίδυμης αδερφής της και στον πατέρα της δίδυμης αδερφής της.
Έπειτα από το διαζύγιο, ο πατέρας, μάθαμε τελευταία, πληρώνει διατροφή μονάχα για μία από τις δύο δίδυμες αδερφές, ήτοι στη μοναχοκόρη του.


Πάνω: Λεπτομέρεια από τη Madonna Sistina, λάδι σε καμβά, 1512-1514, του Ραφαέλ

Κάτω: Σκηνή από το Parent Trap (1961), του David Swift, με τη Hayley Mills

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Έπειτα από το πέρας ανάγνωσης του Tender is the Night και της πρωτοφανούς – αλλά εύλογα δικαιολογημένης – επιθυμίας μου να επισκεφτώ τη Γαλλική Ριβιέρα με μία ξανθιά κοπέλα που γνώριζα πως κι εκείνη επιθυμούσε να επισκεφτεί τη Γαλλική Ριβιέρα (δίχως να έχει διαβάσει ούτε μία σελίδα από το Tender is the Night), παρευθύς κατέληξα σε μία ταβέρνα να τρώω ιδρωμένος (λόγω κλειστοφοβίας) και αγχωμένος (λόγω μίας λαδιάς στο παντελόνι μου), ένα παρηγορητικό ψαρονέφρι (– αγγλιστί tenderloin – και μειδιώ στην ειρωνεία) σε ένα ορεινό χωριό που λέγεται Θέρισσος (όπου τα Όρη είναι τόσο λευκά όσο και ορισμένες ρωσικές Νύχτες) με μία μελαχρινή κοπέλα με πατρικά απωθημένα και έναν πρωτόγνωρο για εκείνη, φόβο στους ιθυφάλλους – που ούτε καν γνώριζε τι εστί Fitzgerald. Παντού αιωρείτο η μυρωδιά προβάτων και γιδιών – ακόμα και μέσα στην ταβέρνα. Κι όσο τρυφερή ήταν η χειμερινή νύχτα (παρά τις απεχθείς μυρωδιές της), τόσο ωμά και δύσπεπτα (σαν το προαναφερθέν ψαρονέφρι) ήταν τα θερινά της όνειρα.

ΦΗΜΟΛΟΓΙΑ

Η παρέα την οποία μέχρι πρότινος συναναστρεφόμουν και την οποία είχα βαρεθεί εδώ και πολύ καιρό τώρα – μην πω σιχαθεί μάλιστα -, διέδωσε την άσχημη φήμη για μένα πως προχθές δολοφόνησα έναν άνθρωπο. Τη φήμη διέδωσε η εν λόγω παρέα αφού έπαψα να συναναστρέφομαι την εν λόγω παρέα και μετά τη συγγραφή ενός διηγήματός μου (σε πρώτο πρόσωπο και με λεπτομερέστατη περιγραφή των γεγονότων) κατά το οποίο ο αφηγητής δολοφονεί μία γυναίκα της οποίας ο χαρακτήρας είναι βασισμένος σε μία γυναίκα από την εν λόγω παρέα – η οποία είναι δυστυχώς ακόμα ζωντανή.

ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ

Άκουγε τόσο πολύ Rachmaninoff και επειδή την αγαπούσα, αγάπησα και το Rachmaninoff. Έπειτα από καιρό, συνειδητοποίησα πως την είχα μισήσει επειδή ανέκαθεν σιχαινόμουν το Rachmaninoff (ενώ κόντευα να σιχαθώ τον εαυτό μου που είχε αγαπήσει το Rachmaninoff). Το ίδιο, σκέφτομαι, συνέβη και σε εκείνη λόγω της αγάπης μου – και της απέχθειας που έτρεφε – για το Satie. Τελικά, τα συναισθήματα μεταξύ μας ήταν πάντοτε συντονισμένα και αμοιβαία.

ΣΥΝΔΡΟΜΟ DOWN

Ένα κτηνώδες ποίημα

Προ ολίγων ημερών, ακούσαμε τον ακόλουθο διάλογο ανάμεσα σε δύο δασκάλες (αμφότερες γύρω στα είκοσι τρία), διορισμένες στα Χανιά της Κρήτης:
«Τελικά, Αλίκη, θα το κάνεις το μεταπτυχιακό;»
«Το σκεφτόμουνα, μωρέ, αλλά να…»
«Δεν έχεις χρόνο;»
«Όχι, δεν είναι αυτό.»
«Αλλά;»
«Έχει να κάνει με παιδιά με ειδικές ανάγκες και τα περισσότερα είναι νταουνάκια και με πιάνει κατάθλιψη.»
«Ίου! Ε, αν είναι έτσι, μην το συζητάς, ξέχνα το.»
Η αναγούλα που μας προκάλεσε η ειλικρίνεια των δασκάλων ήταν τόσο έντονη που χρειάστηκε να ακούσουμε το Rudepoêma του Villa-Lobos δύο με τρεις φορές για να συνέλθουμε. (– Όχι πως νιώσαμε καλύτερα εδώ που τα λέμε∙ έπρεπε να απομακρυνθούμε αργότερα από τις εν λόγω δασκάλες και μάλιστα να απομακρυνθούμε από τα Χανιά – και από ολόκληρη την Κρήτη – για να βρούμε την ησυχία μας, όπως λέγεται, και γνωρίζουμε τώρα πως έπρεπε ήδη να είχαμε απομακρυνθεί από τις εν λόγω δασκάλες την κατάλληλη στιγμή, πράγμα που δεν κάναμε.)

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

ΕΠΙΠΕΦΥΚΙΤΙΔΑ

Ένα άλλοθι

Ο φίλος μας ο Αλμπέρτο μιλούσε τόσο ακηδώς και με φανερώς κάλπικο και πέρα για πέρα τεχνητό ενθουσιασμό – σε βαθμό έσχατου θεατρινισμού – για το φουτουρισμό και μάλιστα για το μανιφέστο του φουτουρισμού (από το οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Αλμπέρτο, συμπεράναμε ότι δεν είχε διαβάσει ούτε μία αράδα – ίσως, ναι, ένα πασάλειμμα έριξε, όπως λέγεται), ακόμα, ναι, και η εμμονή του Αλμπέρτο με το φουτουρισμό ήταν τόσο πρόχειρα σκηνοθετημένη – συνεπώς γκροτέσκα και οιονεί πρόστυχη – (όλα πια τα έβλεπε μέσα από το πρίσμα του φουτουρισμού, ναι, τόσο απαίδευτος ήταν! – μέχρι και τα συγγράμματα του Γιάννη Φάντη είχε χαρακτηρίσει φουτουριστικά – φευ!), που χάσαμε πλέον πάσα ιδέα για την καλλιτεχνική παιδεία του φίλου μας του Αλμπέρτο (για την οποία ο ίδιος δεν καυχιόταν, οφείλουμε να παραδεχτούμε) αλλά και κάθε εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του (για την ηθική ακεραιότητα του οποίου, επίσης δεν καυχιόταν – αν λάβουμε υπόψη και τις πολιτικές πεποιθήσεις της πλειοψηφίας των φουτουριστών).
Μας φάνηκε δύσκολο – έως, τελικά, αδύνατο – έπειτα από τρία με τέσσερα χρόνια αγενούς και προσβλητικής – ίσως, ναι, ιερόσυλης (για εκείνα τα άχρηστα ρομαντικά μυαλά που θεωρούν την τέχνη ιερή) – προσέγγισης του φουτουρισμού εκ μέρους του εντελώς αδαούς περί ιστορίας της τέχνης, φίλου μας, Αλμπέρτο (τον οποίο μία ωραία θερινή πρωία θα ρωτήσουμε με αντίστοιχο ενθουσιασμό τι εστί επιπεφυκίτιδα – οπτικός ο ίδιος, γαρ), να του εμπιστευθούμε ένα φλέγον προσωπικό μας ζήτημα ζωτικής σημασίας για τη συνέχιση της ήδη κλονισμένης φιλίας μας με τον Αλμπέρτο (λόγω της προαναφερθείσας προσέγγισης του φουτουρισμού εκ μέρους του εν λόγω φίλου μας). – Ή αλλιώς: Cherchez la femme.




Umberto Boccioni, Επέλαση των Λογχοφόρων, 1915, τέμπερα και κολάζ σε χαρτόνι 32 x 50 cm

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2008

ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΗ

Χτύπος κινητού τηλεφώνου. Γλυφάδα. Γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι (για ορισμένους πρωί).
«Ναι.»
«Καλημέρα φίλε μου, τί κάνεις;»
«Το πρωί στραγγάλισα τη μητέρα μου, δολοφόνησα τον πατέρα μου με ένα κουζινομάχαιρο, έπειτα σκότωσα στο δρόμο το γείτονα με την κυνηγετική, πριν από λίγο άνοιξα το κεφάλι μίας άγνωστης στο δρόμο με ένα λοστό που είχα από μικρός και μόλις τώρα έπνιξα το νεογέννητό της στην κούνια με ένα μαξιλάρι. Αφού το βίασα.»
«…» (Σάστισμα από το άλλο άκρο της γραμμής.)
«Τί τρέχει;»
«Τι να σου πω… Κουράγιο!»
«Ευχαριστώ, ρε. Τώρα έχω να πάω στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς μου. Με περιμένει για μεσημεριανό με τους γονείς της.»
«Εεε… Καλή συνέχεια.»
«Ευχαριστώ, ρε. Λοιπόν!»
«Τί;»
«Εσύ τί θα κάνεις μετά;»

Τρίτη 11 Μαρτίου 2008

ΚΥΡΙΑΚΗ

Εκεί, κατά τις τρεις το πρωί, άκουσε το αηδόνι να τραγουδάει έξω από το παράθυρό του. Πολύ νωρίς, συλλογίστηκε· όντως, τις περισσότερες φορές, το αηδόνι άρχιζε το τρυφερό σα μητρική αγκαλιά και γλυκό σαν ερωτική έλξη, τραγούδι του κατά τις πέντε. Εκείνος το γνώριζε αυτό, διότι τελευταία δεν κοιμόταν καλά. Μήπως το ότι ήρθε νωρίτερα σήμερα το αηδόνι σημαίνει κάτι;, αναρωτήθηκε.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι του και έτσι γυμνός που ήταν πήρε την ακουστική κιθάρα του και βγήκε στο μπαλκόνι. Δεν τον ένοιαζε το κρύο. Μήτε τον τρόμαζε το κρυοπάγημα. Ό,τι είχε να χάσει το είχε χάσει προ πολλού. Κάθισε στο κάθισμα από μπαμπού και αφουγκράστηκε το χάραμα. Ένας γκιώνης καλούσε μυστικιστικά το ταίρι του. Ένα ξαφνικό δροσερό αεράκι – να, σαν ανέλπιστος έρωτας – έκανε τις δάφνες να θροΐσουν. Αλλά, πιο έντονος απ’ όλους αυτούς τους γνώριμους ήχους που στοιχειώνουν πολλές φορές τη νύχτα μας, ήταν εκείνος του αηδονιού που σα βγήκε εκείνος γυμνός στο μπαλκόνι με την κιθάρα του, το κελάηδημά του έγινε εντονότερο – σαν την πρόσφατη ανάμνηση μίας χαμένης αγκαλιάς – που στοίχειωνε τη δική του νύχτα.
Ήταν πλέον πεπεισμένος πως το αηδόνι τον καλούσε να το συνοδεύσει με την κιθάρα του στο ζωηρό του κελάηδημα. Ξεκίνησε να παίζει το Blackbird των Beatles. Σκέφτηκε ότι θα ταίριαζε. Σαν άκουσε το αηδόνι τις πρώτες νότες, ζωήρεψε περισσότερο και το κελάηδημά του έγινε ακόμα πιο έντονο. Παίξανε μαζί, έτσι τελετουργικά μέσα στη νύχτα, για μερικά δευτερόλεπτα. Εκείνος είχε λιγωθεί από την ομορφιά του συντονισμού. Το αηδόνι δεν ένιωθε πια μόνο του. Αλλά κάποια στιγμή, κι επειδή του άρεσε τόσο πολύ ο ήχος από την κιθάρα του γυμνού ανθρώπου, ένιωσε να πνίγεται από τούτη την πρωτόγνωρη ομορφιά. Δεν είχε ξανανιώσει τόσο όμορφα, με αποτέλεσμα να παγώσει από τρόμο. Και σταμάτησε να κελαηδάει. Εκείνος όμως δεν το πρόσεξε έτσι λιγωμένος από τη διονυσιακή του μέθη που του πρόσφερε η μουσική και άρχισε να παίζει πιο δυνατά την κιθάρα του μέχρι που έπαψε να εναρμονίζεται με τη νύχτα – σχεδόν, το έθιξε το καημένο το αηδόνι. Ναι, έθιξε την περηφάνια του.
Όταν το αηδόνι πέταξε μακριά, εκείνος το κατάλαβε. Δεν το άκουσε να πετάει, αλλά ένιωσε μία απώλεια μέσα του, μία απώλεια που γνώριζε πως καμία κιθάρα και κανένα τραγούδι και κανένα άλλο νυχτοπούλι δε θα το βοηθούσε να βαστάξει. Γνώριζε πως είχε μείνει μόνος του. Κάθισε γυμνός με την κιθάρα του χωρίς να παίζει. Άκουγε τον γκιώνη. Μέχρι και το αεράκι είχε πάψει. Εκείνο το δροσερό αεράκι του καλοκαιρινού πρωινού που, πριν ακόμα χαράξει, παιχνιδίζει ερωτικά με το λευκό πέπλο της κουρτίνας μπροστά από το θερμό γκρίζο του ουρανού…
Ευτυχώς, σκέφτηκε, τα τριαντάφυλλα του κήπου μου είναι όλα κόκκινα, το αηδόνι δε θα κάνει καμιά ανοησία (σκεφτόμενος κάτι που είχε διαβάσει από τον Oscar Wilde).
Ξημέρωνε Κυριακή.

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008

ΟΙΣΤΡΗΛΑΣΙΑ

Πίστευε πως είχε παρακμάσει τόσο πολύ ως συγγραφέας που ξεχνούσε – συνειδητά – να πάρει μαζί του ένα μολύβι ή ένα στυλό· το μόνο που πρόδιδε μία ελπίδα αναβίωσης του συγγραφικού του οίστρου ήταν ένα μικρό σημειωματάριο γεμάτο σκέψεις δικές του έτσι όπως τις είχε καταγράψει ο ίδιος – με ορισμένες σκόρπιες σελίδες κενές (άλλες προς το τέλος, δύο ή τρεις στην αρχή – όπως συνήθιζε να αφήνει –, ή πίσω από κάποιο κείμενο που του είχε αρέσει τόσο πολύ που δεν ήθελε να το υποτιμήσει γράφοντας στην επόμενη σελίδα, ήτοι στο πίσω μέρος του ίδιου φύλλου).
Κάθισε σε μία καφετέρια και παρήγγειλε έναν καπουτσίνο· θέλησε τότε να γράψει κάτι. Ρώτησε τη σερβιτόρα εάν μπορούσε να δανειστεί «ένα στυλό ή ένα μολύβι».
Εκείνη του απάντησε: «Ό,τι θέλεις».
Σάστισε για λίγο. Τελικά, προτίμησε το στυλό (– το μολύβι εάν δεν ήταν ποιοτικό, μπορεί να εξαφανιζόταν με το χρόνο και μπορεί να έγραφε κάτι ωραίο κι έπειτα να ξεχνούσε να το καθαρογράψει στο αρχείο του – άσε που η μύτη του μολυβιού μπορεί να χρειαζόταν ξύσιμο και να αναγκαζόταν να ζητήσει και ξύστρα και ήταν και ντροπαλός κλπ.).
Άνοιξε το σημειωματάριό του σε μία από τις τελευταίες σελίδες. Ένιωσε όμορφα στη θέαση της κενής σελίδας· σαν την απειροελάχιστη στιγμή πριν την επαφή με το γυμνό κορμί ενός παρθένου κοριτσιού – σχεδόν είχε λιγωθεί από εκείνο που ο ίδιος – ρομαντικός γαρ – ονόμαζε έμπνευση. (– Έξω βρέχει κιόλας, σκέφτηκε, έχει κρύο, ο ουρανός είναι γκρίζος, εχθρικός…)
Πήγε να γράψει κάτι και πρόσεξε πως το στυλό ήταν φαγωμένο στην άκρη από τα δόντια ενός νευρικού ατόμου, που υπέθεσε πως ήταν της σερβιτόρας.
Έγραψε ένα ποίημα για τα δόντια της σερβιτόρας.

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

ΕΚΤΑΦΗ

Ένα μήνυμα

Η κληρονομιά που μας άφησε η προσφάτως αποθανούσα θεία μας περιελάμβανε και ένα δαχτυλίδι-σκαραβαίο το οποίο φορούσε πάντοτε (από την ημέρα που το κληροδότησε η θεία της μέχρι και την κηδεία της θείας μας και ίσως λίγο αργότερα) στο μεσαίο δάχτυλο του αριστερού της χεριού.
Κατά την ανάγνωση της διαθήκης της θείας μας, η οποία έλαβε χώρα έπειτα από την κηδεία, συμπεράναμε πως για την ορθή εκτέλεση της διαθήκης της θείας μας έπρεπε να γίνει εκταφή της σωρού της θείας μας για να πάρουμε το δαχτυλίδι (όπως όριζε η διαθήκη της θείας μας), πάνω στο οποίο ο δικηγόρος και εκτελεστής της διαθήκης, έμεινε σύμφωνος.
Κατά την εκταφή της σωρού της θείας μας, προσέξαμε πως το δαχτυλίδι-σκαραβαίος είχε φορεθεί έπειτα από την ταφή και μέσα στο φέρετρο στο μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού της θείας μας.
Ευτυχώς, κόψαμε το σωστό δάχτυλο.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Όταν ο δημοσιογράφος, και ανταποκριτής σε γνωστό νοσοκομείο της Αθήνας, περιέγραψε «επεισόδιο» σε παρουσιαστή πρωινού δελτίου ειδήσεων επίσης γνωστού ελληνικού ιδιωτικού καναλιού (κατά το οποίο ο 71χρονος πατέρας με ψυχολογικά προβλήματα μαχαίρωσε το γιο του στην κοιλιά) με αποτέλεσμα να τον πληγώσει θανάσιμα, τα τελευταία του λόγια αρθρώθηκαν με δυσκολία:
«Οικογενειακή…τραγωδία…διάλειμμα…για διαφημίσεις…»

ΣΥΓΧΥΣΗ

Με τα mp3, τις αντιγραφές και επικολλήσεις (copy-paste), τα καψίματα των οπτικών δίσκων (cd burn) και το συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό που κατεβάζουμε (download) τραγούδια απ’ το ηλεκτρονικό διαδίκτυο (internet), τη λανθασμένη αρχειοθέτηση των τραγουδιών, συνεπώς τη λανθασμένη λήψη ταυτότητας και ονομασίας των τραγουδιών, τη σύγχυση που έχει δημιουργηθεί από όλους τους ακηδείς και αδαείς σε θέματα μουσικής, χρήστες του διαδικτύου, έχουμε μπλέξει τα μπούτια μας, όπως λέγεται.
Τις προάλλες, για παράδειγμα, ήρθε ο γιος μου και με ρώτησε εάν έχω ακούσει το Ravel του Bolero.