Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

ΠΑΡΑΦΡΑΣΗ ΣΥΝΘΗΜΑΤΟΣ


Whoever they vote for, we are ungovernable screwed.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Καταγγέλλω την αποχαύνωση των θαμώνων γνωστού στεκιού για νεόπλουτους στη Γλυφάδα όπου μπάτσοι της ΔΙΑΣ το μεσημέρι του Σαββάτου 16 Μαρτίου 2014 επιτέθηκαν δίχως αιτία σε άστεγο ηλικιωμένο και έπειτα από ξυλοδαρμό, του πέρασαν χειροπέδες ενώ ο άνθρωπος έκλαιγε και φώναζε, «βγάλτε μου τις χειροπέδες, χρειάζομαι νοσοκομείο». Αποχαυνωμένα, παθητικά θύματα της καθεστηκυίας τάξης, ανάπηρα πνεύματα, παραπληγικά μυαλά, θυσιάζετε την ελευθερία σας στο βωμό του βολέματος και τη ζωή ενός ανθρώπου για έναν καφέ. Γιατί μόνο ένας  σηκώθηκε για να αντισταθεί στη συμπεριφορά των μπάτσων; Χέστηδες, άκριτοι καταναλωτές των προϊόντων, του lifestyle και του τρόμου που σας πασάρουν κράτος και ΜΜΕ, νεόπλουτοι ψευδο-φιλελεύθεροι και απαθείς, νεκροζώντανοι ηδονοθήρες, όταν απολαμβάνατε το θέαμα της βιαιοπραγίας των μπάτσων στον απροστάτευτο ηλικιωμένο, γιατί σηκώθηκε μόνο ένας;
Καταγγέλλω τους ιδιοκτήτες και τα αφεντικά της εν λόγω καφετέριας όπου δήθεν προσβλήθηκαν από τον ηλικιωμένο άστεγο ο οποίος στεκόταν απέναντι και μακριά από την καφετέρια, πέρα από τις ράγες του τραμ, και σε κρίση πανικού και απελπισίας φώναζε αερολογίες απευθυνόμενος στο κενό και όχι σε συγκεκριμένα άτομα και δεν αποτελούσε κίνδυνο σε κανέναν. Ο πραγματικός κίνδυνος απέναντι στους ιδιοκτήτες και τα αφεντικά της καφετέριας ήταν η χασούρα κέρδους από μημουάπτου, καθωσπρέπει πελάτες που δυσανασχέτησαν στη θέαση του απεγνωσμένου άστεγου – ευτυχώς, οι μπάτσοι μετέτρεψαν τη δυσάρεστη κατάσταση σε χολιγουντιανό θέαμα – και συνεπώς, τη χασούρα του μαγαζιού σε κέρδος.
Καταγγέλλω τα γουρούνια (δυο εικοσάχρονα κωλόπαιδα), τα οποία άκριτα έτρεξαν να επιβάλλουν την πολυπόθητη τάξη και λειτούργησαν σαν μπράβοι των αφεντικών της καφετέριας με στόχο την επίδειξη ισχύος ενώπιον των θαμώνων. Καταγγέλλω τα γουρούνια της ΔΙΑΣ που δίχως προηγούμενη αιτία, βιαιοπράγησαν απέναντι στον απροστάτευτο ηλικιωμένο επειδή απλώς τα αφεντικά και οι ιδιοκτήτες της καφετέριας δεν ήθελαν να χάσουν πελατεία. Καταγγέλλω τους δειλούς μπάτσους της ΔΙΑΣ που όταν είδαν ένα μονάχα άτομο να αντιστέκεται, έβαλαν την ουρά στα σκέλια και προσποιήθηκαν πως είχαν έρθει για να βοηθήσουν τον άστεγο και πως λυπόντουσαν για την κατάστασή του.
Καταγγέλλω και καθιστώ απόλυτα υπεύθυνο το κράτος – αυτό το εξουσιαστικό σώμα ψευδο-αντιπροσώπευσης του λαού και κερδοσκοπικό μηχανισμό των λίγων που ζουν εις βάρος των πολλών με το άλλοθι της δημοκρατίας και τα όπλα της οργανωμένης τρομοκρατίας, του βολέματος των υποτελών και της συστημικής προπαγάνδας – για την απόλυτα δικαιολογημένη απόγνωση του άστεγου ηλικιωμένου, την παντελή έλλειψη φροντίδας του και την απαράδεκτη κατάσταση της υγείας του (σωματικής και ψυχικής).
Στοχοποιώ την καφετέρια, ως συμβολική πράξη αφύπνισης των θαμώνων, ως απάντηση προς την απάνθρωπη συμπεριφορά των μπάτσων, ως έναυσμα προβληματισμού της βολεμένης, χαζοχαρούμενης μάζας και ως εορτασμό της παγκόσμιας ημέρας κατά της αστυνομικής βαρβαρότητας – που όλως τυχαίως είναι η ημέρα στην οποία διαδραματίστηκε το προαναφερθέν επεισόδιο, η 16η Μαρτίου.
Καθημερινά – και όχι μονάχα μία ημέρα του έτους –, μαχόμαστε κατά της αστυνομικής βαρβαρότητας, καταστέλλουμε την απάνθρωπη συμπεριφορά των οργάνων της εξουσίας στις γειτονιές μας, καθαρίζουμε τους δρόμους από εκπροσώπους του φασισμού, αφυπνιζόμαστε και μαχόμαστε πρώτα ενάντια στον εαυτό μας και ταυτόχρονα ενάντια στον τρόμο που προσπαθεί να ριζώσει μέσα μας, αρνούμαστε να μασήσουμε την προπαγάνδα της εξουσίας, αποκτούμε αλλά δε μένουμε σε θεωρητικές βάσεις, δρούμε άμεσα, οργανωνόμαστε, επαναστατούμε: τσακίζουμε τους φασίστες!
Να μας φοβούνται, όχι να τους φοβόμαστε.

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

ΣΦΑΓΗ

Ανεξαρτήτως γλώσσας, θρησκείας, καταγωγής ή υπηκοότητας, ξεχυθήκαμε από τη Βουλή και με μειδίαμα στα χείλη και αίμα στα χέρια, βρυχηθήκαμε με μια φωνή:
Μαζί, τους φάγαμε!

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Quote


“When a man is denied the right to live the life he believes in, he has no choice but to become an outlaw.”

- Nelson Mandela (1918-2013)

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

ΛΥΣΗ

Πήγα στη Βουλή και τους είπα: «Έχω τρία παιδιά, πεινάω!» κι εκείνοι μου αποκρίθηκαν: «Φάε τα παιδιά σου». Γι’ αυτό κι εγώ πήρα μια καραμπίνα κι έφαγα τα δικά τους.

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΚΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ



Killah P (Παύλος Φύσσας) - Εκτός Ελέγχου Anthem


Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

ΚΙΟΝΟΣΤΟΙΧΙΑ

«Το μάθημα της Ιστορίας το μισούσα στο σχολείο επειδή το κεφαλαίο 'Ι' μου θύμιζε τους κίονες της Ακρόπολης οι οποίοι μου ήταν πάντοτε απεχθείς», μας εμπιστεύτηκε φίλος μας της προάλλες και συνέχισε: «Όταν αργότερα η ύλη περιέλαβε διάφορες επαναστάσεις, το μάθημα έγινε υποφερτό. Τώρα, παρά τις προσκλήσεις από διάφορα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, αρνούμαι να το διδάξω και η αλήθεια είναι πως οι κίονες της Ακρόπολης μου είναι τώρα πιο απεχθείς από ποτέ.»

ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ

Έφυγε ένα φθινόπωρο για σπουδές, καριέρα και για να λησμονήσει αυτά που άφησε πίσω με αποτέλεσμα να πετύχει τα δύο πρώτα. Εκεί στα βόρεια που πήγε, πήρε μαζί του το τέλειο μοντέλο παιδικής και αθώας φιλίας, το κορνιζάρισε και το κρέμασε στον τοίχο του σαν καλοκαιρινό τοπίο για να καταστήσει λιγότερο αλγεινές το βόρειο ψύχος του χειμώνα. Όπως στην κατάψυξη έτσι και στο παγωμένο δωμάτιό του, το τοπίο της φιλίας διατηρήθηκε επί χρόνια νεαρό, ευειδές, αλώβητο και πάνω απ’ όλα σαγηνευτικό σε αντίθεση με το αντίστοιχο έργο στο μεσογειακό ντουλάπι, όπου σάπισε, βρώμισε, λοιδορήθηκε και άρχισε να αποσυντίθεται σταθερά και αμετάκλητα. Τώρα, σε μία βραχυχρόνια επιστροφή έπειτα από μερικά χρόνια εθελοτυφλίας, γνωρίζει πως προϋποθέτει μία επιτηδευμένη κακομοιριά το να έρθεις σε επαφή με έναν παλιό φίλο, ναι, η απόπειρα επαφής με έναν παλιό φίλο προδίδει μία πέρα για πέρα αναγνώριση ανυπόφορης μοναξιάς και θηλυπρεπούς νοσταλγίας, αποδεικνύει την εθελούσια προτίμηση στο σάπιο και σιχαμένο από το φρέσκο και δροσερό, την εκούσια επιλογή κατανάλωσης δυσωδών ληγμένων τροφίμων για την αποφυγή της πείνας, το απροκάλυπτο γούστο προς το επίπλαστο και παράλληλα την υπεκφυγή της πραγματικότητας. Ξανάφυγε πικραμένος αλλά γνωρίζοντας την αλήθεια.

17455: ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΗ

Η Νατάσα μιλούσε πάντοτε για το πλάνο φυγής της, ήδη από το Θουκιδίδειο που ήμασταν συμμαθητές, έπειτα στα φοιτητικά χρόνια όταν συναντιόμασταν κάθε πρωί στο 108 για κέντρο, έπειτα στο χώρο εργασίας σε μία ασφαλιστική στη Γλυφάδα, πλάνο φυγής έλεγε συνεχώς, το πλάνο φυγής, της είχε γίνει έμμονη ιδέα, το υπέρτατο πλάνο, εκείνο της φυγής έλεγε, πλάνο φυγής και άμεση υλοποίηση του πλάνου φυγής έλεγε, πλάνο φυγής και άμεση φυγή έλεγε, ο τόπος μου με εκμηδενίζει, το σπίτι μου με πνίγει, έχω αχρηστευθεί έλεγε και αργότερα έγραφε, ο τόπος μου με αφανίζει αργά και σταθερά έγραφε, πλάνο φυγής, πράξη πρώτη: απομάκρυνση από τον Άλιμο έγραφε, πλάνο φυγής, πράξη δεύτερη: απομάκρυνση από την Ελλάδα έγραφε, πλάνο φυγής, πράξη τρίτη: απομάκρυνση από την ανθρωπότητα έγραφε στο σημείωμα αυτοκτονίας της, το υπέρτατο πλάνο εκείνο της φυγής, φυγή ως η έσχατη δραπέτευση έγραφε και κατέληγε, η υπέρτατη φυγή εκείνη του αφανισμού.

ΨΙΜΥΘΙΩΣΗ

Παρά το πρησμένο, μελανιασμένο της μάτι με τα δάκρυα πασαλειμμένα με μάσκαρα που μετέτρεπαν το άλλοτε τέλειο σε αναλογίες πρόσωπο σε έναν ξεπεσμένο και ατιμασμένο σαλτιμπάγκο, το ξεραμένο αίμα από τη μύτη της, τα τρία σπασμένα πλευρά του ούτως ή άλλως μημουάπτου αδύνατου κορμιού της, το σχισμένο κάτω χείλος που είναι πλέον ανίκανο να αγγίξει την οποιαδήποτε ερωτογενή ζώνη, την ατελή πλέον οδοντοστοιχία, τον κομμένο αντίχειρα, το κούτσαμα του δεξιού ποδιού που μπορεί να μην την εγκαταλείψει ποτέ, τη δυσωδία από τον ξένο ιδρώτα και το δικό της αίμα σε συνδυασμό με την πλέον αγνώριστη κολόνια που λίγες μόλις ώρες πριν αποτελούσε ένα αόρατο σαγηνευτικό περιτύλιγμα, το τρεμάμενο κεφάλι, τους παγωμένους γυμνούς καλοσχηματισμένους ώμους, τους μώλωπες σε διάφορα σημεία του κορμιού της που δεν μπορούσε να εντοπίσει ακριβώς λόγω του έντονου πόνου και της ζάλης, τις τούφες από τα μαλλιά της, βίαια ξεριζωμένες και κολλημένες τώρα στη λέρα του σκισμένου φορέματός της που κάποιος έδωσε μία μικρή περιουσία για να της το αγοράσει, να της το φορέσει και να τη γδύσει, για μία χάρη που ξαφνικά και προς έκπληξη πολλών, δεν επιθυμούσε να επιστρέψει, μία αμοιβή που αισθανόταν πλέον πολύ περήφανη για να δεχθεί, ένα όχι που δεν ξέρει καλά-καλά να προφέρει στα ελληνικά, μία ναυτία για τις νύχτες που λοιδορούσε τον εαυτό της με σφιχτά μάτια και κραυγές απόγνωσης και πλασματικής τιμαλφούς ηδονής, για την απόφαση να αποδράσει από το κάλπικο όνειρο της προσαρμογής και τελικά της ανόδου, για το όνειδος από το ανυπόφορο βλέμμα στον καθρέφτη που διέκρινε την απελπισία μέσα από το φτιασίδωμα, κατάφερε να μειδιάσει στην ειρωνεία της ταμπέλας έξω από το ιατρείο στα επείγοντα περιστατικά: Απαγορεύεται η είσοδος σε συνοδούς.

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

ΚΕΝΟΦΟΒΙΑ

Πεθυμήσαμε τον παλιό μας δάσκαλο, κύριο Αριστείδη. Τώρα που πήρε σύνταξη, όλο ταξίδια είναι με τη γυναίκα του. Μας στέλνει καμιά καρτ ποστάλ που και που από τις τοποθεσίες που επισκέπτεται (Πράγα, Πόλη, Κάννες) με μικρά κείμενα στο πίσω μέρος με στυλό: «Περνάμε πολύ όμορφα», «Είναι παραμυθένια η πόλη τούτη», ή και «Βέβαια, πουθενά σαν το σπίτι σου». Κάθε φορά που λαμβάνουμε νέα του, μειδιούμε για την ευδαιμονία του. Στο τελευταίο σύντομο γράμμα έγραφε αινιγματικά: «Ο φόβος της λευκής σελίδας», κάτι που – γνωρίζοντας τον αθεράπευτα λακωνικό κύριο Αριστείδη – σημαίνει την έναρξη μίας ακόμα καλλιτεχνικής δημιουργίας του.

Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

ΣΥΝΘΗΚΗ

Στην αρχή της διάλεξης, μας είπε, «καθημερινά και μάλιστα περισσότερες από μία φορές την ημέρα συλλογίζομαι την αυτοκτονία και τα μέσα – πάντοτε προμελετημένα και ποτέ αυθόρμητα – και τους τρόπους – από τους πιο ανώδυνους μέχρι τους πιο επώδυνους – αποπεράτωσης του έργου της αυτοκτονίας και σκέφτομαι», συνέχισε, «πως τόσα χρόνια λόγω αυτής της άσκησης που έχει γίνει, ναι, καθημερινή και σταθερή πνευματική συνθήκη, διατηρούμαι, ήτοι η καθημερινή άσκηση συλλογισμού της αυτοκτονίας έχει αποτελέσει το μέσο διατήρησής μου».

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

Affettuoso

Όταν πάνω σε συζήτηση, είπα σε κάποιον οπαδό του Χατζιδάκι πως το Affettuoso από το 5ο Brandenburg του Bach, μου θύμιζε το λυρικό ύφος της μουσικής στο Χαμόγελο της Τζοκόντα, του Χατζιδάκι, δίχως να δώσω έμφαση στο σημείο αυτό (και χωρίς να έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία για εμένα), εκείνος θίχτηκε, με αποτέλεσμα να μην προλάβω να αναφέρω ούτε το Andante από το κονσέρτο για μαντολίνα του Vivaldi, ούτε το τρίτο μέρος (Marcia Funebre) από την τρίτη συμφωνία του Beethoven (τη λεγόμενη Eroica), ούτε το Feierlich und gemessen, ohne zu schleppen από την πρώτη συμφωνία του Mahler, ως προσωπικά μου σημεία αναφοράς για τη μουσική του Χατζιδάκι.

Όταν πριν από λίγες μέρες ακούγαμε μαζί με τον προαναφερθέντα οπαδό του Χατζιδάκι το μουσικό θέμα από το Papillon, του Jerry Goldsmith, στο οποίο ο εν λόγω οπαδός είπε «ιδιαίτερα αυτό το κομμάτι του Χατζιδάκι, μ’ αρέσει πάρα πολύ», αρνήθηκα να διορθώσω το λάθος του.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ένα βράδυ με πλησίασε ο γιος μου για να μου μιλήσει.

«Μπαμπά, θέλω αν σου μιλήσω», μου είπε χαρακτηριστικά.

Επειδή είχα καιρό να τον ακούσω – ή να μου μιλήσει, δεν είμαι σίγουρος – παραξενεύτηκα, οπότε επανέλαβε την επιθυμία του να μου μιλήσει.

Χαρακτηριστικά, λέξη προς λέξη, είπε: «Μπαμπά, θέλω να σου μιλήσω», πάνω στο οποίο δε μίλησα λόγω αμηχανίας αλλά έκανα νεύμα να συνεχίσει, πάνω στο οποίο ο γιος μου συνέχισε: «Προχθές, στην Κόρινθο, είδα μια κοπέλα σε μια καφετέρια και μου άρεσε αλλά καθόταν με κάποιον άλλο. Την κοίταζα. Με κοίταξε κι εκείνη δυο-τρεις φορές με νόημα. Σηκώθηκε και ρίχνοντάς μου ένα ηδυπαθές βλέμμα, πήγε στην τουαλέτα, όπου την ακολούθησα. Στην τουαλέτα, τη ρώτησα πως τη λένε κι εκείνη απάντησε Άννα. Τη ρώτησα εάν ήθελε να βγαίναμε πιο μετά μαζί, αφού προχθές ήμουν εξόδου και θα ήθελα να αλλάξω, να κάνω ένα ντους και να βάλω πολιτικά. Μου είπε, βέβαια, αρκεί να μην έπαιρνε τίποτα είδηση ο δικός της και ότι την άναβαν οι φαντάροι. Αυτή η τελευταία πρόκληση ήταν αρκετή για να με ωθήσει να τη φιλήσω, πράγμα που αρνήθηκε. Τότε, την έπιασα από τα μαλλιά και χτύπησα το πρόσωπό της πολλές φορές πάνω στη γυαλιστερή πορσελάνη της λεκάνης ώσπου η Άννα σταμάτησε να αναπνέει. Το πρόσωπό της είχε γίνει αγνώριστο. Το αίμα της, όταν προσπάθησα (αλλά δεν τα κατάφερα λόγω παραμόρφωσης) να βρω τα χείλια της με τα δικά μου, ήταν αλμυρό σα δάκρυ.»

Έπειτα από τρία λεπτά απόγνωσης, ένιωσα ένα θαυμασμό για την ψυχραιμία του αφηγητή.

Ο γιος μου συνέχισε, λέγοντας πως αισθάνθηκε την τελευταία ανάσα της Άννας καθώς κρατούσε σφιχτά το πλέον πολτοποιημένο κεφάλι της στα χέρια του. Χαρακτηριστικά, είπε, λέξη προς λέξη: «Αισθάνθηκα την τελευταία ανάσα της Άννας καθώς κρατούσα σφιχτά το πλέον πολτοποιημένο κεφάλι της στα χέρια μου» και τούτη η δήλωση ήταν η τελευταία που έκανε για το συμβάν. Πήγε στο δωμάτιό του και με άφησε στο δικό μου και δε μιλήσαμε γι αυτό το ζήτημα έκτοτε.

Τώρα, ένα δεκαήμερο έπειτα από εκείνο το βράδυ που ο γιος μου μού μίλησε, αισθάνομαι ένα είδος περηφάνιας για το γιο μου που αντιμετώπισε το φόβο που έτρεφε προς τον πατέρα του και αποφάσισε να μιλήσει σ’ εμένα.